Friday, February 10, 2006

O 85ος άνθρωπος


Ο
James Maxwell Coatzee – ο νοτιοαφρικανός που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2003- έγραψε [1] κάποτε ότι ο

«λογοκριτής προσδοκεί την ημέρα που όλοι θα αυτολογοκρίνονται, έτσι ώστε να μπορέσει να πάρει την σύνταξή του».

Η μέρα αυτή πλησιάζει. Τις τελευταίες ημέρες, ακούστηκαν όλα τα δυνατά επιχειρήματα υπέρ της αυτολογοκρισίας. (Ήδη ο ανεκδιήγητος κ. Frattini – ο Ευρωπαίος Επίτροπος Δικαιοσύνης- ζητάει από τα ευρωπαϊκά μέσα να υιοθετήσουν ένα κώδικα αυτολογοκρισίας.) Για παράδειγμα:

Α. Προκαλείτε. «Ανοιχτή πρόκληση» είναι για τον πρόεδρο Chirac η απόφαση ορισμένων γαλλικών μέσων να παρουσιάσουν τις επίμαχες γελοιογραφίες στους αναγνώστες τους. Για το Βατικανό ,

«… η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης δεν περιέχει το δικαίωμα προσβολής των θρησκευτικών αισθημάτων των πιστών.. ..Η αρχή αυτή προφανώς εφαρμόζεται σε κάθε θρησκεία. Κάθε μορφή υπερβολικής κριτικής η διακωμώδησης των άλλων καταδεικνύει έλλειψη ανθρώπινης ευαισθησίας και σε μερικές περιπτώσεις συνιστά απαράδεκτη πρόκληση…» .

Άλλωστε, όταν προκαλείς, είσαι εσύ υπεύθυνος, και όχι ο δράστης: αυτός έχει το δικαίωμα να παρασύρεται από τα πάθη του. Είναι σαν να κατηγορείς μια γυναίκα ότι προκάλεσε τον βιασμό της, γιατί ντυνόταν προκλητικά. Ή, όπως το θέτει ο Επίτροπος Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

«…Σέβομαι την ελευθερία του λόγου, αλλά συγγνώμη, δηλώσεις που μόνο προκαλούν, και συμβάλλουν στην ριζοσπαστικοποίηση, πρέπει να αποφεύγονται…»

Το πρόβλημα με το επιχείρημα είναι ότι [2]

«κάθε ιδέα είναι μια πρόκληση (incitement)».

Άλλωστε, όπως σημείωσε και ο Συνήγορος Του Πολίτη, καταδικάζοντας τη στάση του Οργανισμού Προβολής Του Ελληνικού Πολιτισμού κατά την έκθεση Outlook [3]

«…το αντίστροφο, δηλαδή η ματαίωση ή συρρίκνωση της εκδηλώσεως εξ αιτίας του ενδεχομένου παρανόμων πράξεων, θα εγκαθίδρυε, εμμέσως, καθεστώς συναπόφασης και συναρμοδιότητας των κοινωνικών θυλάκων μισαλλοδοξίας ομού με τα συντεταγμένα πολιτειακά όργανα…»


Β. Είστε ασεβείς. Ο κ. Παρασκευαίδης καταδικάζει

«… την λοιδορία και την γελοιοποίηση θρησκευτικών προσώπων ή συμβόλων. Όπως καταδικάζουμε και κάθε βίαιη αντίδραση από μέρους εκείνων που θίγονται από τις προσβολές και προκλήσεις και φθάνουν σε δραματικές και καταστροφικές υπερβολές…».

Το επιχείρημα της ασέβειας λειτουργεί καλύτερα με τους απαραίτητους συμψηφισμούς. Σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης

«καταδικάζει κάθε έλλειψη σεβασμού απέναντι στις θρησκείες, αλλά και την προσφυγή στη βία …».

(Στο παράδειγμα του βιασμού, το αντίστοιχο θα ήταν να «καταδικάζουμε τον βιασμό, αλλά και το προκλητικό ντύσιμο…»).

Είναι αλήθεια ότι το ΕΔΔΑ – σε δύο τουλάχιστον ατυχείς αποφάσεις του [4]- έχει αποφανθεί ότι οι νόμοι κατά της βλασφημίας είναι σύμφωνοι με την Ευρωπαϊκή Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μερικοί, όμως, είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα: από την «βλασφημία» στην «λοιδορία», και από την «υπερβολική κριτική» στην «έλλειψη σεβασμού». (Και μετά; Ίσως στην «έκφραση κριτικής» ή «δυσφορίας»;). Και αυτό αφορά και την κατάπτυστη –όσο και κωμική- στάση του ελληνικού τύπου, που δεν δημοσιεύει τις γελοιογραφίες, μήπως καταλάβει κανείς πόσο ανώδυνες είναι.

Κάποιοι άλλοι, πιο διακριτικά, χρησιμοποιούν την γλώσσα των κοινωνικών συμβάσεων. Μία καθηγήτρια της ιστορίας της τέχνης επιχειρηματολογεί ως εξής :

«…θα ήταν εύκολο, στο όνομα της ελευθερίας να απαντήσει κανείς ότι όχι μόνο καλλιτέχνες αλλά και όλοι έχουμε δικαίωμα, άμα και υποχρέωση, στην ελευθερία της έκφρασης. Θα ήταν το ίδιο εύκολο, στο όνομα της προσβολής των οσίων και ιερών, ατόμου ή κοινωνικού συνόλου, να απαντήσει κανείς ότι δεν έχουμε δικαίωμα καλλιτέχνες και απλοί πολίτες να θίξουμε τα "πιστεύω" του άλλου. Ωστόσο, είμαστε όλοι κοινωνικά όντα, που ζούμε εν μέσω κοινωνικών συμβάσεων, καλλιτέχνες και μη. Οποιαδήποτε απάντηση, μονολεκτική, θετική ή αρνητική, θα αγνοούσε την πολυπλοκότητα των κοινωνικών φαινομένων και τότε θα ήμασταν είτε λαϊκιστές είτε φονταμενταλιστές».

Αφήνοντας κατά μέρος την εξομοίωση της ελευθερίας του λόγου με λαϊκισμό (και, στην συνέχεια, της ελευθερίας του λόγου με τον φονταμενταλισμό), πρέπει να σημειώσει κανείς ότι οι ατομικές ελευθερίες παρέχουν προστασία ακριβώς απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις της πλειονότητας. Επιπλέον, δεν υπάρχει σύγχρονη, πολυπολιτισμική κοινωνία- αλλά ένα άθροισμα «φυλών»- χωρίς δικαίωμα εξόδου από τις συμβάσεις αυτές [5]. Είναι φυσικό οι θρησκευτικοί ηγέτες να αντιδρούν. Ωστόσο, ακόμα και αν οι βίαιες αντιδράσεις όντως εκφράζουν τις παραδοσιακούς κανόνες μίας μουσουλμανικής κοινότητας, γιατί κανείς δεν διαφυλάσσει το δικαίωμα εξόδου του μουσουλμάνου συμπολίτη – το δικαίωμα του να απορρίψει, ολικά ή μερικά, την «ορθόδοξη» άποψη της θρησκευτικής του κοινότητας; Αυτό το δικαίωμα, που αρνείται ο Frattini στο Ευρωπαίο μουσουλμάνο, διεκδικούν δύο Αιγύπτιοι blogger. Ο ένας σημειώνει ότι τα σκίτσα δημοσιεύθηκαν τον περασμένο Οκτώβρη στην εφημερίδα του Καϊρου Al-Fagr, ενώ ο άλλος αναρωτιέται

«αν τώρα θα μποϋκοτάρουμε και την Αίγυπτο».

Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό δουλεύει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κανείς δεν μας εξηγεί γιατί όσοι δεν είναι μουσουλμάνοι δεσμεύονται από την απαγόρευση απεικόνισης του Μωάμεθ.

Γ. Είστε ανεύθυνοι. Ο Κόφι Ανάν, ο Χαβιέρ Σολάνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ο επικεφαλής του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης Εκμελεντίν Ιχσάνογλου, πιστεύουν

«… ότι η ελευθερία του Τύπου σημαίνει ευθύνη και διακριτικότητα, ενώ πρέπει να γίνονται σεβαστά τα πιστεύω άλλων θρησκειών. Πιστεύουμε όμως ακόμα ότι οι πρόσφατες πράξεις βίας ξεπέρασαν τα όρια της ειρηνικής διαμαρτυρίας».

Όλοι αυτοί συγχέουν (ηθελημένα;) δύο διαφορετικές έννοιες ευθύνης: άλλη η ηθική ευθύνη κάθε ανθρώπου για τις πράξεις του - ο έπαινος ή ο ψόγος που αυτές επισύρουν. Και άλλη η νομική ευθύνη, την οποία η άσκηση ενός δικαιώματος αποκλείει. Οι άνθρωποι που βάζουν σε κίνδυνο την ζωή τους για να σώσουν κάποιους άλλους είναι άξιοι επαίνου, αλλά είναι δικαίωμά τους, αν το επιθυμούν, να μην το κάνουν. Οι γελοιογράφοι της Jyllands-Posten είναι βέβαια ηθικά υπεύθυνοι για τις ενέργειες τους. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλειστούν φυλακή, ή να πληρώσουν πρόστιμα. Άλλωστε, η απόδοση ηθικής ευθύνης προϋποθέτει την ύπαρξη μίας ελευθερίας η ενός δικαιώματος . Αντίθετα, αν ο Javier Solana και ο Κofi Anan υπονοούν ότι υπάρχει ένα έλλειμμα νομικής ευθύνης , τότε αυτοί είναι που προσκαλούν τον κάθε «θύλακα μισαλλοδοξίας» να το καλύψει με τους δικούς τους νόμους. Η αντίθετη άποψη θα έβγαζε τις ατομικές ελευθερίες από το πεδίο που ορίζουν έννοιες όπως νόμιμο ή παράνομο, δικαίωμα ή υποχρέωση, και την έβαζε σε ένα άλλο πεδίο που ορίζουν έννοιες όπως ηθικό και ανήθικο, εύστοχο και άστοχο, διακριτικό και αδιάκριτο.

Το χειρότερο με το επιχείρημα αυτό όμως είναι η αναπόφευκτη «λογοκριτική πλειοδοσία» που θα προκαλέσει. Αν ο μουσουλμάνος συμπολίτης μου μπορεί να απαγορεύσει κάτι που θεωρεί αδιάκριτο ή ανεύθυνο, γιατί όχι και εγώ; Τι κάνει τις δικές του ευαισθησίες άξιες μεγαλύτερου σεβασμού, και την προστασία της δικιάς του προσωπικότητας σημαντικότερη; Είναι οι μουσουλμάνοι η μόνη ευάλωτη ομάδα σε μία δυτική κοινωνία, ή μήπως, σε κοινωνίες κατά βάση κοσμικές, η μόνη άξια προστασίας πτυχή της προσωπικότητας είναι η θρησκεία;

Δ. Υπερβαίνετε τα όρια. Η γλώσσα των ορίων είναι φυσική σε όσους ανησυχούν για την τήρηση της τάξη. Τα συνταγματικά δικαιώματα είναι λιγότερο καθορισμός ορίων όσο εντολές μεγιστοποίησης [6]: απαιτούν την πραγματοποίηση των δικαιωμάτων στον μέγιστο δυνατό βαθμό, που επιτρέπουν οι πραγματικές και οι νομικές δυνατότητες. Το ίδιο ισχύει και όταν συγκρούονται, όπως –υποτίθεται- στην περίπτωση των δανικών σκίτσων. Η «Σύνοψη Διαμεσολάβησης του Συνηγόρου του Πολίτη» για την λογοκρισία του πίνακα του Thierry de Cordier στην έκθεση Outlook δείχνει πώς μπορεί να συντελεστεί η μεγιστοποίηση αυτή [3]:

«…ο Συνήγορος του Πολίτη διατηρεί αμφιβολίες για την ορθότητα της έμπρακτης
τελικής επιλογής, δηλαδή του ολοκληρωτικού περιορισμού του προαναφερθέντος νομίμου συμφέροντος, εφ’ όσον παρίστατο δυνατή, ως εναλλακτική διέξοδος, η πρακτική εναρμόνισή τους, όπως, λόγου χάριν, με μετακίνηση του επίμαχου έργου τέχνης σε ξεχωριστή αίθουσα και ανάρτηση εμφανούς προειδοποίησης ότι ενδέχεται να προσβληθούν τα θρησκευτικά συναισθήματα όσων αποφασίσουν να εισέλθουν στο χώρο αυτό…»

Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την Jyllands-Posten επειδή δεν προειδοποίησε τους τακτικούς μουσουλμάνους αναγνώστες, ή επειδή δεν δημοσίευσε την γνώμη τους. Επειδή οι γελοιογραφίες δεν βρίσκονταν σε κάποιο σφραγισμένο ένθετο, ή αφορούσαν μία μόνο θρησκεία. Κανείς δεν το κάνει όμως. Άλλωστε, η εφημερίδα έλαβε κάποιες από τις προφυλάξεις αυτές.

Ε. Τι προθέσεις έχετε ; Η επίτροπος του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα Louise Arbor ζητά από τον δανό πρωθυπουργό - τον εκλεγμένο ηγέτη μίας δημοκρατίας- να απαντήσει αν

«τα σκίτσα προσβάλλουν (insult) ή απαξιώνουν (discredit)».

Όταν δεν μπορείς να καταδικάσεις κάποιον για τις πράξεις του, μπορείς, ενδεχομένως να ενοχοποιήσεις τις προθέσεις του. Δυστυχώς, τα δικαιώματα είναι σφαίρες αυτονομίας, μέσα στις οποίες οι προθέσεις δεν έχουν νομική σημασία. Κατά τα άλλα, ισχύουν όσα ειπώθηκαν στο (Γ). Αλήθεια, τι προθέσεις είχαν όσοι, χθες το βράδυ, πέρασαν μερικές ώρες με το σύντροφό τους, ασκώντας το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής μακριά από κρατικές και μη εξουσίες; Ήταν ηδονή, συντροφικότητα ή κάτι άλλο; Τι προθέσεις έχουν υπερασπίζονται την θρησκευτική τους ελευθερία; Μήπως πρέπει πρώτα να απαντήσουν, μαζί με τον «Υποψήφιο» της Sylvia Plath [7], κάποιο ερωτηματολόγιο;

Πρώτον, είσαι δικός μας άνθρωπος;
Είναι γυάλινο το μάτι σου, ψεύτικα τα δόντια σου, έχεις δεκανίκι,
Σιδεράκια ή άγκιστρο,
Λαστιχένια στήθη ή λαστιχένιο στήριγμα,
Ράμματα που να δείχνουνε ότι κάτι λείπει; Όχι,όχι; Τότε
Πως μπορούμε να σου δώσουμε οτιδήποτε;


ΣΤ. Ούτως ή άλλως, δεν είναι απαραίτητο να πείτε τίποτα . Για παράδειγμα, το CNN ισχυρίζεται

«ότι επέλεξε να μην δείξει τις γελοιογραφίες από σεβασμό για το Ισλάμ»

και ότι

«το δίκτυο πιστεύει ότι ρόλος του είναι να καλύπτει τα γεγονότα χωρίς να εξάπτει τα πνεύματα…».

Και όμως. Ακόμα και αν [8]

«…. όλη ανθρωπότητα είχε την ίδια γνώμη, και ένας άνθρωπος διαφωνούσε, η αποσιώπηση του τελευταίου θα ήταν τόσο άδικη όσο η αποσιώπηση όλης της ανθρωπότητας, αν ο τελευταίος μπορούσε να την επιβάλλει…»

Άλλωστε, κάθε περιστολή της ελευθερίας του λόγου περιέχει μία «παραδοχή αλάθητου» [8] -εξού και ο εκκλησιαστικός ζήλος. Και όσο πιο μεστή, πλούσια είναι η κοινή γλώσσα μίας κοινωνίας, τόσο τα μέλη της θα έχουν την δυνατότητα να επικοινωνούν με ένα λόγο σύνθετο και γεμάτο αποχρώσεις. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος για τον οποίο τα κράτη διατηρούν ένα «πλούσιο απόθεμα συγκριτικών και απεικονιστικών συλλογών τέχνης» και ενισχύουν «μία παράδοση καινοτομίας»[9]. Ένας πρώην υπουργός πολιτισμού έδειχνε να συμφωνούσε, όταν, στο άνοιγμα της έκθεσης Outlook το 2003, είχε τον παρακάτω διάλογο με τους δημοσιογράφους:


ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για ποιους καλλιτέχνες είστε υπερήφανοι που συμμετέχουν;
ΕΥ.ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Για όλους.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βοηθήστε μας, δεν μπορούμε να αναφέρουμε 85 ονόματα.
ΕΥ.ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Και όμως αν γινόντουσαν 85 ατομικές εκθέσεις, η κάθε μια από αυτές θα μπορούσε ίσως να ήταν ένα μεγάλο γεγονός στην Ελλάδα. Ευχαριστούμε πολύ.

Καλή νύχτα, και καλή τύχη», θα ήταν ένας καλύτερος τρόπος να κλείσει την συνέντευξη…).

Εκ των υστέρων, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι τυχαία. Οι θρησκευτικοί ηγέτες απαιτούν σεβασμό. Η ιστορικός της τέχνης και ακαδημαϊκός μιλάει για τις, τόσο σημαντικές στην καλλιτεχνική δημιουργία, κοινωνικές συμβάσεις. Οι διεθνείς οργανισμοί έχουν λίγες πραγματικές εξουσίες, και επιλέγουν την γλώσσα της ευθύνης και της διακριτικότητας. Τα δίκτυα δεν θέλουν να χάσουν τηλεθεατές. Οι πολιτικοί ανησυχούν για την δημόσια τάξη, και αντί να την εγγυηθούν, αποδοκιμάζουν «προκλήσεις». Κρίμα που όλοι ξεχνούν ότι χωρίς την ελευθερία του λόγου ούτε τα επαγγέλματα ούτε τα αξιώματά τους έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης.

  1. J.M. Coatzee, Giving Offense : Essays on Censorship , University of Chicago Press.

  2. Every idea is an incitement, από την άποψη της μειοψηφίας στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Gitlow vs. New York (1920). Αυτή αφορούσε την δίωξη ενός αναρχικού συνδικαλιστή για ένα «μανιφέστο» που διένειμε, με το οποίο ζητούσε την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικού καθεστώτος μέσω απεργιών και «ταξικής δράσης». Η δίωξη επικαλέστηκε ένα «αντιτρομοκρατικό» νόμο του 1902 (Criminal Anarchy Act), ο οποίος απαγόρευε την ανατροπή της κυβέρνησης με βίαια μέσα. Ο Gitlow προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει το δικαστήριο ότι δεν υπήρχε καμία ενέργεια στην έκδοση του μανιφέστου, και ότι διωκόταν απλώς για τον λόγο και τις ιδέες του. Η πλειοψηφία επικαλέστηκε νομικές θεωρίες για την υποκίνηση και την πρόκληση.

  3. Σύνοψη Διαμεσολάβησης- Απομάκρυνση Εικαστικού Έργου Από Έκθεση ως Προσβλητικού Για Τα Θρησκευτικά Συναισθήματα, από αυτή την ιστοσελίδα.

  4. Πρόκειται για τις Wingrove κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25ης Νοεμβρίου 1996 και Otto-Preminger-Institut κατά Αυστρίας της 20ης Σεπτεμβρίου 1994. Η πρώτη, ειδικά, αφορούσε μία ταινία με τον τίτλο Visions of Ecstasy που «συνδύαζε το σαρκικό πάθος με την θρησκευτική έκσταση». Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, γιατί στην υπόθεση Cumpănă and Μazăre κατά Ρουμανίας της 17ης Δεκεμβρίου 2004, η οποία μεταξύ άλλων αφορούσε άλλη μία από τις τόσο ενοχλητικές γελοιογραφίες, το δικαστήριο βρήκε ότι το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ παραβιάστηκε. Κρίσιμο εδώ ήταν το γεγονός ότι το δημοσίευμα και η γελοιογραφία αφορούσαν θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος.

  5. Κymlicka, Multicultural Citizenship: A Liberal Theory of Minority Rights, Clarendon Press, 1985, σ.81.

  6. Alexy, Constitutional Rights, Balancing,and Rationality, Ratio Juris 16 (2), June 2003 (131–40).

  7. Λαϊνά, Ξένη Ποίηση του 20ου αιώνα-Επιλογές από Ελληνικές Μεταφράσεις, Λωτός, 1989, σ. 421.

  8. All silencing of discussion is an assumption of infallibility, στον Mill, On Liberty, από την ανθολογία Morgan, Classics of Moral and Political Theory, Hackett, 1992.

  9. Dworkin, A Matter of Principle, Harvard University Press, 1985.